Billeder på siden
PDF
ePub

32

THAT DEATH IS NOT SO MUCH TO BE FEARED

AS DAILY DISEASES ARE

ΤΟΝ θάνατον τί φοβείσθε, τον ησυχίης γενετήρα,

τον παύοντα νόσους και πενίης οδύνας; μούνον άπαξ θνητούς παραγίγνεται, ουδέ ποτ' αυτόν

είδέν τις θνητων δεύτερον ερχόμενον αι δε νόσοι πολλαι και ποικίλαι, άλλοτ' επ' άλλον

έρχόμεναι θνήτων και μεταβαλλόμεναι.

AGATHIAS

33

THE GARLAND

ΠΕΜΠΩ σοι Ροδόκλεια τόδε στέφος ανθεσι καλούς

αυτός υφ' ημετέραις πλεξάμενος παλάμαις. έστι κρίνoν ροδέη τε κάλυξ νοτερή τ' ανεμώνη

και νάρκισσος υγρος και κυαναυγές τον. ταύτα στεψαμένη λήξον μεγάλαυχος εουσα:

ανθείς και λήγεις και συ και ο στέφανος.

RVFINVS

34

ON A STATUE OF VENUS

TAN αναδυομέναν από ματέρoς άρτι θαλάσσας

Κύπριν 'Απελλείου μόχθον όρα γραφίδος, ως χερι συμμάρψασα διάβροχον ύδατι χαίταν

έκθλίβει νοτερων αφρoν από πλοκάμων. αύται νύν έρέουσιν 'Αθηναίη τε και "Ηρη

ουκέτι σοι μορφάς εις έριν ερχόμεθα.

ANTIPATER SIDONIVS

35

ON A REED

"ΉΜΗΝ αχρείον κάλαμος φυτόν· έκ γαρ έμείο

ου συκ' ου μήλον φύεται ου σταφυλή.
αλλά μ' ανηρ εμύησελικωνίδα λεπτα τορήσας

χείλεα και στεινόν ρούν οχετευσάμενος.
εκ δε του ευτε πίoιμι μέλαν ποτόν, ένθεος οία,

πάν έπος άφθέγκτω τώδε λαλώ στόματι.

MENECRATES

[blocks in formation]

*ΑΛΣΟΣ δ' ως εκόμεσθα βαθύσκιον, εύρομεν ένδον
πορφυρέόις μήλοισιν έoικότα παΐδα Κυθήρης:
ουδ' έχεν ιoδόκον φαρέτρην ου καμπύλα τόξα.
αλλά τα μεν δένδρεσσιν υπ' ευπετάλοισι κρέμαντο,
αυτος δ' εν καλύκεσσι ρόδων πεπεδημένος ύπνω
ευδεν μειδιόων: ξουθαι δ' εφύπερθε μέλισσαι
κηροχυτουσ' εντός λαγαρούς επί χείλεσι βαίνον.

PLATO

37

CUPID TURNED PLOUGHMAN

ΛΑΜΠΑΔΑ Θείς και τόξα βοηλάτιν είλετο ράβδον

ούλος "Έρως πήρης δ' είχε κατωμαδίην
και ζεύξας ταλαεργον υπό ζυγον αυχένα ταύρων

έσπειρεν Δηούς αύλακα πυροφόρον.
είπε δ' άνω βλέψας αυτώ Διί πλήσoν αρούρας,

μή σε τον Ευρώπης βούν υπ' άροτρα βάλω.

MOSCHVS

38

EPITAPH ON SOPHOCLES

ΗΡΕΜ’ υπέρ τύμβοιο Σοφοκλέος, ηρέμα κισσε

ερπύζοις χλοερους εκπροχέων πλοκάμους, και πέταλον πάντη θάλλοι ρόδου ή τε φιλορρωξ

άμπελος υγρα πέριξ κλήματα χευομένη, είνεκεν ευεπίης πινυτόφρονος ην ο μελιχρος

ήσκησεν Μουσών άμμιγα και Χαρίτων.

SIMMIAS

39 RESURGAMWRITTEN THE NIGHT BEFORE HIS

DEATH

EVEN

VEN such is Time, that takes on trust

our youth, our joys, our all we have,
and pays us but with age and dust;
who in the dark and silent grave,
when we have wandered all our ways,
shuts up the story of our days.
But from this earth, this grave, this dust,
my God shall raise me up, I trust.

SIR W. RALEIGH

40

FA

A SIMILE
ADE, Aowers, fade; nature will have it so;

'tis but what we must in our autumn do;
and as your leaves lie quiet on the ground,
the loss alone by those that loved them found,
so in the grave shall we as quiet lie,
missed by some few that loved our company.
But some so like to thorns and nettles live,
that none for them can when they perish grieve.

E. WALLER from the French

41

EPITAPH ON ANACREON
ΘΑΛΛΟΙ τετρακόρυμβος, 'Ανάκρεον, αμφί σε κισσος

αβρά τε λειμώνων πορφυρέων πέταλα
πηγαι δ' αργινόεντος αναθλίβoιντο γάλακτος,

ευώδες δ' από γης ηδυ χέοιτο μέθυ,
όφρα κέ του σπoδιή τε και οστέα τέρψιν άρηται,

ει δή τις φθιμένοις χρίμπτεται ευφροσύνα,
ώ το φίλον στέρξας φίλε βάρβιτον, και συν αοιδα

πάντα διαπλώσας και συν έρωτα βίον.

ANTIPATER SIDONIVS

42

ON THE MEDEA OF TIMOMACHUS
ΤΑΝ όλοαν Μήδειαν ότ' έγραφε Τιμομάχου χειρ

ζάλω και τέκνοις αντιμεθελκομέναν,
μύριον άρατο μόχθον, ίν' ήθεα δισσα χαράξη

ων το μεν εις οργάν νευε το δ' είς έλεον.
άμφω δ' επλήρωσεν όρα τύπον. έν γαρ απειλα

δάκρυον εν δ' ελέω θυμός αναστρέφεται
αρκεί δ' α μέλλησις, έφα σόφος: αίμα δε τέκνων

έπρεπε Μηδεία κού χερι Τιμομάχου.

ANTIPHILVS

43

CUPID STUNG BY A BEE

ΤΟΝ κλέπταν ποκ' "Έρωτα κάκα κέντασε μέλισσα κηρίον εκ σίμβλων συλεύμενον, άκρα δε χειρών δάκτυλα πάνθ' υπένυξεν ο δ' άλγεε και χέρ' έφύση και ταν γαν επάταξε και άλατο, τα δ' 'Αφροδίτα δειξεν ταν οδύναν και μέμφετο όττι γε τυτθον θηρίον εντί μέλισσα και αλίκα τραύματα ποιεί.

χά μάτηρ γελάσασα το δ' ουκ ίσον εσσι μελίσσαις; χώ τυτθος μέν έης τα δε τραύματα αλίκα ποιείς.

THEOCRITVS

44

TO A MEADOW CRICKET 'ΑΚΡΙΣ, εμών απάτημα πόθων, παραμύθιον ύπνου,

ακρίς, αρουραίη μούσα, λιγυπτέρυγε,
αυτοφυές μίμημα λύρας, κρέκε μoί τι ποθεινον

έγκρούουσα φίλοις ποσσί λάλους πτέρυγας,
ως
με

πόνων ρύσαιο παναγρύπνοιο μερίμνης,
ακρί, μιτωσαμένη φθόγγον έρωτόπλανον.
δώρα δε σου γήτειον αείθαλες ορθρινα δώσω

και δροσεράς στόμασι σχιζομένας ψακάδας.

MELEAGER

45

ADVICE TO LOVERS

ΕΙ φιλέεις, μη πάμπαν υποκλασθέντα χαλάσσης

θυμόν ολισθηρής έμπλεον ικεσίης: αλλά τι και φρονέoις στεγανώτερον, όσσον έρύσσαι

οφρύας, όσσον ιδείν βλέμματι φειδομένω. έργον γάρ τι γυναιξίν υπερφιάλους αθερίζειν,

και κατακαγχάζειν τών άγαν οικτροτάτων. κείνος δ' έστιν άριστος ερωτικός, δς τάδε μίξει

οικτον έχων ολίγη ξυνον αγηνορίη.

[merged small][merged small][merged small][ocr errors]

is the grateful breath of song,

that once was heard in happier hours. Filled with balm the gale sighs on,

though the flowers have sunk in death; so, when pleasure's dream is gone,

its memory lives in music's breath.

T. MOORE

47

LOVE AND FRIENDSHIP
OVE is like the shadow seen

when the sun first lights the skies,
stretching then o'er all the green

but dwindling as each moment flies.

ΙΟΥ

Friendship is the shadow thrown

when the day its noon hath past, increasing as life's sun goes down, ev'n till it has looked its last.

C. H. TOWNSHEND

[merged small][ocr errors]

dies,

and sunbeams melt along the silent sea; for then sweet dreams of other days arise,

and memory breathes her vesper sigh to thee! and, as I watch the line of light that plays

along the smooth wave toward the burning west, I long to tread that golden path of rays,

and think 'twould lead to some bright isle of rest.

T. MOORE

49

TO HIS LADY THEN MISTRESS CARY
ETIRED with purpose your fair worth to praise

bays, I pluck'd a branch: the jealous god did frown and bade me lay th' usurpéd laurel down ;said 'I wronged him and which was more his love: I answered 'Daphne now no pain can prove.' Phæbus replied “Bold head, it is not she; Cary my love is, Daphne but my tree.'

B. JONSON

[blocks in formation]

O

DISMAL dole, when the secret soul

is mocked by the outward showing ;
when we dress the eyes in a gay disguise,
while the tears are inward flowing ;
when groans and grief would be a relief
but with carols we keep them under,
and a laugh we start when the throbbing heart
is ready to burst asunder,

[blocks in formation]

THE

'HE wretch condemned with life to part,

still, still on hope relies,
and every pang that rends the heart

bids expectation rise.

« ForrigeFortsæt »