Billeder på siden
PDF
ePub

πέντε πόκως ἔλαβ ̓ ἐχθές, ἅπαν ῥύπον, ἔργον ἐπ ̓ ἔργῳ. ἀλλ ̓ ἴθι, τὠμπέχονον καὶ τὴν περονατρίδα λάξευ. βᾶμες τῶ βασιλῆος ἐς ἀφνειῶ Πτολεμαίω

θασόμεναι τὸν "Αδωνιν· ἀκούω χρῆμα καλόν τι κοσμεῖν τὰν βασίλισσαν.

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

ἐν ὀλβίῳ ὄλβια πάντα.

ΓΟΡΓΩ.

ὧν ἴδες, ὧν εἶπες καὶ ἰδοῖσα τῦ τῷ μὴ ἰδόντι. ἕρπειν ὥρα κ' εἴη.

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

ἀεργοῖς αἰὲν ἑορτά.

Εὐνόα, αἶρε τὸ νῆμα καὶ ἐς μέσον, αἰνόθρυπτε,

γραιᾶν πηραν vgl. Aesch. Αgam. 286 γραίας ἐρείκης. Theokr. 7, 17 γέρων πέπλος.

20. ἔργον ἐπ ̓ ἔργῳ. Vgl. Anm. zu 25, 274. Hes. ἔργ. 382 ἔργον ἐπ ̓ ἔργῳ ἐργάζεσθαι.

21. ίθι und dann λάζεν (Dor. § 132) ohne xai wie Hor. Od. 3, 14, 17: i, pete unguentum. ἀμπέχου vov ist ein Ueberwurf, Art Shawl oder Mantille, welcher über der περονατρίς, dem dorischen Spangenkleide, getragen wurde. Vgl. v. 34 u. Guhl u. Koner, Leben der Gr. u. Römer. p. 184.

22. βᾶμες. S. Dor. § 46 und 125. 23. θασόμεναι. S. Anm. 1, 149. τὸν Αδωνιν. S. Anm. zu ν. 102. - ἀκούω. Das Praesens steht ganz wie im deutschen von einer kürzlich

[blocks in formation]
[ocr errors]

[blocks in formation]

25. ὧν ἴδες κτλ. Wenn einer eine Reise thut, so kann er was erzählen." Wir haben eine sprüchwörtliche Redensart, durch welche Gorgo die Freundin zum Mitgehen bestimmen will. ων ών ist Attraction für ἃ εἶδες, τούτων καὶ εἶπες τῷ μὴ ἰδόντι ἰδοῖσα, von dem, was du gesehen hast, kannst du auch dem, der es nicht gesehen hat, nachher erzählen. Mit ov- ὧν statt ὧν τούτων vgl. deutsche Ausdrücke wie je länger, je lieber, plattd. wer nich waget, wer nich winnet und Anm. zu 2, 82; über den Aorist s. Anm. zu 12, 25; über xal Anm. zu 1, 60. Mit dem Genitiv bei εἶπες vgl. Odyss. 11, 174 εἰπὲ δέ μοι πατρός τε καὶ υἱέος. Weiteres über die oft behandelte Stelle s. gr. Ausg. p. 42.

26. ἕρπειν κτλ. Dies sagt Praxinoa nach einer Pause, da Gorgo weder antwortet, noch Anstalt zum Gehen macht. - ἀεργοῖς κτλ. Der Sinn ist das geht nicht so geschwind wie bei anderen Leuten wie bei dir. Ich habe erst noch allerhand zu verrichten.

:

[ocr errors]
[ocr errors][merged small][merged small]

θές. πάλιν αἱ γαλέαι μαλακῶς χρήζοντι καθεύδειν ; κινεν δή, φέρε θᾶσσον ὕδωρ. ὕδατος πρότερον δεῖ. ἃ δὲ σμᾶμα φέρει. δὸς ὅμως. μὴ δηράδ ̓, ἄπληστε! ἔχχει ὕδωρ. δύστανε, τί μευ τὸ χιτώνιον ἄρδεις;

[ocr errors]

παυε, ὅχ ̓ οἷα θεοῖς ἐδόκει, τοιαῦτα νένιμμαι.

ἁ κλὰξ τᾶς μεγάλας πα λάρνακος; ὧδε φέρ' αὐτάν.

ΓΟΡΓΩ.

Πραξινόα, μάλα τοι τὸ καταπτυχὲς ἐμπερόναμα

τοῦτο πρέπει λέγε μοι,

πόσσω κατέβα τοι ἀφ ̓ ἱστῶ;

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

μὴ μνάσῃς, Γοργώ. πλέον ἀργυρίω καθαρῶ μνᾶν ἢ δύο ̇ τοῖς δ ̓ ἔργοις καὶ τὰν ψυχὰν ποτέθηκα.

[blocks in formation]

30. ὁ δὲ σμᾶμα κτλ., bringt die Seife! (σμᾶμα Na, gieb nur her! Nicht so einen Berg (δηράς δειράς),

-

=

nicht so einen Haufen, du Nimmersatt! Die Magd bringt in der Bestürzung die Seife und hat das Wasser vergessen. Athen. 9 p. 409, C ἐχρῶντο δὲ εἰς τὰς χεῖρας ἀποπλύνοντες αὐτὰς καὶ σμήματι, ἀπορ ρύψεως χάριν, ὡς παρίστησιν Αντιφάνης· ἐν ὅσῳ δ ̓ ἀκρῶμαί σου κέλευσόν μοί τινα φέρειν ἀπονίψα σθαι. δότω τις δεῦρ ̓ ὕδωρ καὶ σμῆμα [σμᾶμα ist Conjectur von Hermann für ἁδὲσνᾶμα in cod. k, μὴ δηράδ ̓ Conjectur für μὴ δὴ πουλύ in cod. k, wo πουλύ (var. πολύ) Glosse des ursprünglichen Wortes ist. Weiteres s. gr. Ausg. p. 44.]

66

31. χιτώνιον, das hemdenartige Unterkleid, welches Praxinoa zu Hause anhat und über welches sie ν. 34 das ἐμπερόναμα zieht. Vgl. Hermann, griech. Privatalterthum. § 22, 20.

30

35

32. παυε. Der durch die Interpunction noch gemilderte Hiatus ist nach Meineke's Bemerkung derselbe wie Iliad. 9, 260 παῦε, ἔα δὲ χόλον, wie dort zu lesen ist. οἷα νέ νιμμαι, εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς. Schol. 33. κλὰ ξ πα. 5. 2,

Anm.

=

[ocr errors]
[ocr errors]

clavis. S. Dor. § 22.

1.

ὧδε. S. 1, 13

34. ἐμπερόναμα, dasselbe Obergewand, welches v. 21 περονατρίς hiess.

35. πόσσω κτλ., quanto pretio descendit tibi de iugo (de tela)? 36-37. πλέον ἢ δύο, ich habe mehr dafür ausgegeben (ἀνήλωσα oder ein ähnliches Verbum ergiebt sich aus dem vorhergehenden) als was zwei Minen blanken Silbers (,,blanke Thaler") an Werth ist. S. gr. Ausg. p. 44. ποτέθηκα, mein ganzes Leben hängt auch daran, 's ist mein einziges Bisschen Freude.

[blocks in formation]

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

τοῦτο κάλ ̓ εἶπες.

ταμπέχονον φέρε μοι, καὶ τὰν θολίαν κατὰ κόσμον

ἀμφίθες. οὐκ ἀξῶ τυ, τέκνον. Μορμώ -! δάκνει ἵππος! 40 δάκρυ ̓ ὅσσα θέλεις, χωλὸν δ ̓ οὐ δεῖ τυ γενέσθαι.

ἕρπωμες. Φρυγία, τὸν μικκὸν παῖσδε λαβοῖσα, τὰν κύν ̓ ἔσω κάλεσον, τὰν αὐλείαν ἀπόκλαξον.

(Exeunt in plateam.)

ὦ θεοί, ὅσσος ὄχλος! πῶς καί ποκα τοῦτο περᾶσαι
χρὴ τὸ κακόν; μύρμακες ανάριθμοι καὶ ἄμετροι.
πολλά τοι,
Πτολεμαῖε, πεποίηται καλὰ ἔργα,
ἐξ ὧ ἐν ἀθανάτοις ὁ τεκών· οὐδεὶς κακοεργός
δαλεῖται τὸν ιόντα παρέπων Αιγυπτιστί,

οἷα πρὶν ἐξ ἀπάτας κεκροτημένοι ἄνδρες ἔπαισδον,
ἀλλάλοις ὁμαλοί, κακὰ παίγνια, πάντες ἐρινοί.

[blocks in formation]

45

50

[merged small][ocr errors]

49. ἐξ ἀπ. κεκρ., ex fraude et fallaciis conflati. Cic. pro Coel. 5 neque ego unquam fuisse tale monstrum in terris ullum puto quale fuit Catilina tam ex contrariis diversisque inter se pugnantibus naturae studiis cupiditatibusque conflatum.

[ocr errors]

50. ἀλλάλ. ὁμαλοί. Ter. Phorm. 1, 5, 34 omnes congruunt: unum cognoris, omnes noris. κακά παίγνια ist als Apposition zu dem Vorhergehenden, die argen Schalksknechte, zu ziehen. Anth. Pal. 11, 275 Καλλίμαχος, τὸ κάθαρμα, τὸ παίγνιον, ὁ ξύλινος νοῦς. Cic. pro Mil. 21, 55 nugae. Cic. pro Sest. 43, 94 quisquiliae. πάντες ἐρινοί, alle Kerle wie Feigenklötzer, d. h. Nichtsnutze. S. 10, 45 und gr. Ausg. p. 46. [Ερινοί ist Conjectur von Spohn für vulg. ἐρειοί, var. ἐριοί u. s. w. Siehe gr. Ausg. p. 46.]

ἁδίστα Γοργοί, τί γενώμεθα ; τοὶ πολεμισταί
ἵπποι τῷ βασιλῆος. — ἄνερ φίλε, μή με πατήσης. -
ὀρθὸς ἀνέστα ὁ πυρρός· ἴδ ̓ ὡς ἄγριος.

κυνοθαρσής

Εὐνόα, οὐ φευξῇ; διαχρησεῖται τὸν ἄγοντα. ὠνάθην μεγάλως, ὅτι μοι τὸ βρέφος μένει ἔνδον.

ΓΟΡΓΩ.

θάρσει, Πραξινόα· καὶ δὴ γεγενήμεθ ̓ ὄπισθεν, τοὶ δ ̓ ἔβαν ἐς χώραν.

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

καὐτὰ συναγείρομαι ἤδη.

ἵππον καὶ τὸν ψυχρὸν ὄφιν τὰ μάλιστα δεδοίκω

σπεύδωμες ὄχλος πολὺς ἄμμιν ἐπιρρεῖ.

55

ἐκ παιδός.

[blocks in formation]

ἐς Τροίαν πειρώμενοι ἦνθον ̓Αχαιοί.

καλλίστα παίδων, πείρα την πάντα τελεῖται.

51-52. πολεμισταὶ ἵπποι, die Paradepferde! da kommen die Streitrosse, d. h. die Rosse, welche zur Parade oder zu dem Wettkampfe bestimmt sind, der das Fest verherrlichen soll. So erklärt Burchard (Anth. Gr. Berl. 1839) die Stelle richtig mit Bezugnahme auf Phot. Lex. p. 438, 16 Porson: πολεμι στὴς ἵππος οὐχ ὡς ἄν τις οιηθείη ὁ εἰς τοὺς πολέμους ἐπιτήδειος, ἀλλ ̓ ὁ ἐν τοῖς ἀγῶσι σχῆμα φέρων ὡς εἰς πόλεμον εὐτρεπισμένος· ἦν γὰρ τοιοῦτον ἀγώνισμα.

53. ὀρθὸς ἀνέστα, κ ,tollit se arrectum quadrupes" (Virg. Aen. 10, 892).

54. διαχρησεῖται (Dor. § 119), διαφθερεί (Schol.). Herod. 1, 24 και λεύειν λέγουσι τοὺς πορθμέας ἢ αὐτὸν (Ariona) διαχρασθαί μιν

η

56. ὄπισθεν, scil. τῶν ἵππων. 57. ἐς χώραν, sie sind auf den

[blocks in formation]

ΓΟΡΓΩ.

χρησμὼς ἡ πρεσβύτις ἀπώχετο θεσπίξασα.

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

πάντα γυναίκες ἴσαντι, καὶ ὡς Ζεὺς ἠγάγεθ' Ἥρην.

ΓΟΡΓΩ.

θᾶσαι, Πραξινόα, περὶ τὰς θύρας ὅσσος ὅμιλος.

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

θεσπέσιος. Γοργώ, δὸς τὰν χέρα μοι λάβε καὶ τύ,
Εὐνόα, Εὐτυχίδος ̇ πότεχ ̓ αὐτᾷ, μή τι πλαναθῇς.
πᾶσαι ἅμ ̓ εἰσένθωμες· ἀπρὶξ ἔχει, Εὐνόα, ἡμῶν.
οἴμοι δειλαία, δίχα μεν τὸ θερίστριον ἤδη
ἔσχισται, Γοργώ. - πὸτ τῶ Διός, εἴ τι γένοιο
εὐδαίμων, ὤνθρωπε, φυλάσσει τώμπέχονον μεν.

ΞΕΝΟΣ.

οὐκ ἐπ ̓ ἐμὶν μέν, ὅμως δὲ φυλάξομαι.

[blocks in formation]
[blocks in formation]

κεἰς ὥρας κήπειτα, φίλ ̓ ἀνδρῶν, ἐν καλῷ εἴης

64. ἴσαντι καί ὡς Ζεύς κτλ. Plaut. Trin. 1, 2, 172 sciunt quod Iuno fabulata est cum Iove. Iuvenal. 6, 402 haec eadem novit quid toto fiat in orbe.

65. θᾶσαι wie 1, 149.

66. θεσπέσιος. Vgl. 25, 70. 67. Εὐτυχίδος. εἰκὸς τὴν Εὐ τυχίδα Γοργούς εἶναι θεράπαιναν. Schol. - πότε χ' (πρόσεχε) αὐτῷ, passe auf die auf, nämlich wo diese zu geht (nicht: halte dich an sie an).

68. εἰσένθωμες. S. Anm. 6061. ἀπρὶξ ἔχευ, mordicus" (Cic. de Fin. 4, 28, 78) = firmiter

[blocks in formation]
[merged small][ocr errors][merged small][merged small]

74. κείς ὥρας κτλ., et proximo anno et reliquis annis fortunatus sis. Vgl. Plat. Epist. 7 p. 346, D μένε τὸν ἐνιαυτὸν τοῦτον· εἰς δὲ ὥρας ἄπιθι λαβὼν τα über's Jahr χρήματα ταῦτα. Ueber ὧραι = annus s. Passow s. v. Mit εἰς vgl. 15, 143

« ForrigeFortsæt »