Billeder på siden
PDF
ePub
[ocr errors]

66

τᾶμος ἐγώ, τὸν ἴσας τύ, Θυώνιχε, πὺς ἐπὶ κόρρας
ἤλασα, κἄλλαν αὖθις. ἀνειρύσσασα δὲ πέπλως
ἔξω ἀπώχετο θάσσον. ἐμὸν κακόν, οὔ τοι ἀρέσκω;
ἄλλος τοι γλυκίων ὑποκόλπιος; ἄλλον τοῖσα
θάλπε φίλον. τήνῃ τὰ σὰ δάκρυσι μᾶλα ῥέοντι.
μάστακα δοῖσα τέκνοισιν ὑπωροφίοισι χελιδών
ἄψορρον ταχινὰ πέτεται βίον ἄλλον ἀγείρειν,
ὠκυτέρα μαλακᾶς ἀπὸ δίφρακος ἔδραμε τήνα
ἐθὺ δι ̓ ἀμφιθύρω καὶ δικλίδος, α πόδες άγον.
αἶνός την λέγεταί τις· ἔβα Κένταυρος ἀν ̓ ὕλαν.
εἴκατι, ταίδ ̓ ὀκτώ, ταίδ ̓ ἐννέα, ταίδε δέκ ̓ ἄλλαι,
σάμερον ἑνδεκάτα, ποτίθες δύο, καὶ δύο μήνες,
ἐξ ὦ ἀπ' ἀλλάλων, οὐδὲ Θρᾳκιστὶ κέκαρμαι.
οἱ δὲ Λύκος νῦν πάντα, Λύκῳ καὶ νυκτὸς ἀνῷκται·
ἄμμες δ ̓ οὔτε λόγω τινὸς ἄξιοι οὔτ ̓ ἀριθμητοί,

=

34. τᾶμος. Vgl. άμος 13, 25-27. ἴσας (Dor. § 141) nun du kennst mich, wenn ich in der Hitze bin (vgl. v. 10). 34-35. πύξ ἤλασα scil. αὐτήν (2, 97),,pulsavi" (Tibull 1, 6, 73) eam pugno,,,pugnum in tempora eius ingessi" (Ter. Phorm. 5, 8, 95), ,,pugnum ei in os impegi" (Plaut. Rud. 3, 4, 5). ἐπὶ, in dieser Re

densart mit dem Genetiv z. B. Plat. Gorg. p. 486, C (ἐπὶ κόρρης τύπτειν).

35. κἄλλαν, scil. πληγήν, und noch eine Dachtel. Aesch. Ag. 1357 παίω δέ νιν δίς· καὶ πεπτω κότι τρίτην ἐπενδίδωμι. Vgl. die Ellipsen Anm. zu 1, 49.

99

36. θᾶσσον wie ocius bei Caes. B. G. 5, 44. Virg. Ecl. 7, 8 u. a. Vgl. Theokr. 24, 48. ἐμὸν κακὸν κτλ. sind die Worte, die Aeschines dem Mädchen nachrief. Vgl. 15, 10 φθονερὸν κακόν. Iliad. 5, 63. Odyss. 16, 103.

37. ὑποκόλπιος. Nicet. Εugen. 4, 406 ποιεῖς (Amor.) δοκεῖν γὰρ ὑποκόλπιον φέρειν ἐρωμένην ἐρῶντα πολλὰ πολλάκις. Vgl. 11, 15. 2, 71. 14, 39. Anth. Pal. 5, 430 un τὸν ἐραστὴν εἶδες ἔχονθ ̓ ὑποκόλ πιον ἄλλην.

38. θάλπε wie fovere bei Virg. Aen. 8, 388. Tibull. 1, 8, 30. μᾶλα, hier = genae, wobei aber

THEOKRIT VON FRITZSCHE. 2. Aufl.

35

40

45

[blocks in formation]

δύστηνοι Μεγαρες ἀτιμοτάτῃ ἐνὶ μοίρῃ. κεί μὲν ἀποστέρξαιμι, τὰ πάντα κεν εἰς δέον ἕρποι. νῦν δὲ πόθεν; μᾶς, φαντί, Θυώνιχε, γεύμεθα πίσσας. χῶτι τὸ φάρμακόν ἐστιν ἀμηχανέοντος ἔρωτος, οὐκ οἶδα. πλὰν Σίμος ὁ τῆς ̔Υποχάλκω ἐρασθείς, ἐκπλεύσας θ ̓ ὑγιὴς πάλιν ἦνθ ̓, ἐμὸς ἁλικιώτας. πλευσοῦμαι κἀγὼν διαπόντιος, οὔτε κάκιστος οὔτε πρᾶτος ἴσως, ὁμαλὸς δέ τις ὁ στρατιώτας.

ΘΥΩΝΙΧΟΣ.

ὠφελε μὰν χωρεῖν κατὰ νῶν τεόν, ὧν ἐπεθύμεις, Αἰσχίνα. εἰ δ ̓ οὑτῶς ἄρα τοι δοκεῖ ὥστ ̓ ἀποδαμεῖν, μισθοδότας Πτολεμαῖος ἐλευθέρω οἷος ἄριστος.

Τἄλλα δ ̓ ἀνὴρ ποιός τις;

ΑΙΣΧΙΝΗΣ.

ΘΥΩΝΙΧΟΣ.

ἐλευθέρω οἷος ἄριστος!

49. δύστ. Μεγαρῆες. Hartung übersetzt: unser Eines gilt nichts, zählt nicht, wird nirgend gerechnet. Traurige Reussische Staaten, in ganz armseliger Ohnmacht. Der Scholiast sagt: δ. Μεγαρήες, ὥσπερ οὐδὲ οἱ Μεγαρεῖς ὑπὸ τῆς Πυθίας ἐλέχθησαν εἶναί τινος ἄξιοι λόγου. ἱστορεῖ γὰρ Δεινίας, ὅτι οἱ Μεγαρεῖς φρονηματισθέντες ποτέ, ὅτι κράτιστοι τῶν Ἑλλήνων εἰσίν, ἐπύθοντο τοῦ Θεοῦ, τίνες κρείττονες τυγχάνοιεν. ὁ δὲ ἔφη· γαίης μὲν πάσης τὸ Πελασγικὸν "Αργος ἄμεινον, ἵπποι Θρηΐκιαι, Λακεδαιμόνιαι δὲ γυναικες, ἄνδρες δ ̓ οἳ πίνουσιν ὕδωρ και λῆς ̓Αρεθούσης. ὑμεῖς δ ̓, ὦ Μεγαρεῖς, οὔτε τρίτοι, οὔτε τέταρτοι, οὔτε δυωδέκατοι, οὔτ ̓ ἐν λόγῳ, οὔτ ̓ ἐν ἀριθμῷ. Vgl. Callim. Epigr. 26, 5. Aristot. Eth. Eud. 7, 10 P. 229 Fritzsche οὐκέτι γιγνώσκουσιν Αθηναίοι Μεγαρῆας.

[ocr errors]

brauchte bei der Vergleichung nicht hinzugefügt zu werden. Vgl. v. 51. 30, 2. Hor. Epod. 1, 34. Virg. Ecl. 9, 36.

50. ἀποστερξ. Vgl. Theokr. Epigr. 4, 14.

51. πόθεν, scil. γένοιτο oder ἀποστέρξαιμι; S. gr. Ausg. p. 28.

νῦν δὲ steht wie lat. nunc =

50

55

60

Vorher

quum res ita se habeant. geht der Bedingungssatz wie z. B. Isocr. Areop. § 58. Cic. pro Arch. 11, 29 nunc. 2 Catil. 7, 16, pro Sulla

-

16, 47. μᾶς κτλ. παροιμία ἐστὶ τὸ μυς γεύμεθα πίσσης. λέγεται δὲ ἐπὶ τῶν εἰς ἀηδὲς πρᾶγμα ἐμπεσόντων καὶ δυσδιεξιτήτως ἀπαλλασσαμένων. Schol. cod. k p. 84 Ziegl.

γεύμεθα. S. Dor. § 54b.

53. πλὰν Σ. κτλ. = πλὴν Σίμος ἐξέπλευσε. [Vulg. ist hinter ἐρασθείς nicht interpungirt und v. 54

'weggelassen. S. gr. Ausg.] Eiμος ist hier nur fingirter Name. Man darf auch nicht in diesem Namen keine Anspielung suchen.

55. πλευσοῦμαι. S. Dor. § 119. 56. ὁ στρατιώτας. Vgl. Anm. 3, 19.

57. ὠφελε κτλ., utinam tibi quae cupiebas (amores tui) cessissent ex sententia. S. gr. Ausg. [Falsch Mörike u. A., möge dir was du beginnst, gelingen.] Arist. Pac. 941 πάντα χωρεῖ κατὰ νοῦν. Polyb. 28, 15, 12 συνελογίζοντο παρ ̓ αὐτοῖς μὴ χωρεῖν αὐτοῖς τὰ πράγματα κατὰ λόγον. Vgl. Theokr. 13, 14.

60. ἐλευθέρῳ κτλ. Wir haben hier ein Gespräch. Aus der Lebhaftigkeit desselben erklärt es sich,

[ocr errors]

εὐγνώμων, φιλόμουσος, ἐρωτικός, εἰς ἄκρον ἁδύς,
εἰδὼς τὸν φιλέοντα, τὸν οὐ φιλέοντ ̓ ἔτι μᾶλλον,
πολλοῖς πολλὰ διδούς, αἰτεύμενος οὐκ ἀνανεύων
οἷα χρὴ βασιλῆς· αἰτεῖν δὲ δεῖ οὐκ ἐπὶ παντί,
Αἰσχίνα. ὥστ ̓ εἴ τοι κατὰ δεξιὸν ώμον ἀρέσκει
λῶπος ἄκρον περονᾶσθαι, ἐπ ̓ ἀμφοτέροις δὲ βεβακώς
τολμασεῖς ἐπιόντα μένειν θρασὺν ἀσπιδιώταν,
ᾗ τάχος εἰς Αἴγυπτον. ἀπὸ κροτάφων πελόμεσθα
πάντες γηραλέοι, καὶ ἐπισχερὼ ἐς γένυν ἕρπει
λευκαίνων ὁ χρόνος. ποιεῖν τι δεῖ, ὡς γόνυ χλωρόν.

dass Thyonichus dieselben Worte
mit Nachdruck wiederholt, welche
er schon im vorigen Verse gebraucht
hatte. Denn in diesen Worten liegt
Alles, was zum Lobe des Ptolemäus
gesagt werden kann. Das Folgende
ist nur Ausführung davon und wird
erst durch das wiederholte ἐλευθέρω
οἷος ἄριστος motivirt. In Dramen
finden wir nicht selten solche Wie-
derholungen. Vgl. z. B. Shakesp.
Merchant of Venice III, 3, wo Shylock
wiederholt sagt: 1' 11 have my bond.
[Weiteres s. gr. Ausg.]

61. ἐρωτικός, Freund der
Minne." ἁδύς. Vgl. dulcis, Cic.

65

70

[blocks in formation]
[blocks in formation]

ΠΡΑΞΙΝΟΑ (Gorgone ingressa).

θαῦμ ̓ ὅτι καὶ νῦν ἦλθες. ὄρη δίφρον, Εὐνόα, αὐτῇ.

ἔμβαλε καὶ ποτίκρανον.

[blocks in formation]

ὦ τᾶς ἀλεμάτω ψυχᾶς! μόλις ύμμιν ἐσώθη, Πραξινόα, πολλῶ μὲν ὄχλω, πολλῶν δὲ τεθρίππων. παντᾷ κρηπῖδες, παντᾷ χλαμυδηφόροι ἄνδρες

5

[ocr errors]

ἃ δ ̓ ὁδὸς ἄτρυτος· τὸ δ ̓ ἑκαστέρω, ὦ μέλ', ἀποικεῖς.

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

ταῦθ ̓ ὁ πάραρος τῆνος· ἐπ ̓ ἔσχατα γᾶς ἔλαβ ̓ ἐνθών εἰλεόν, οὐκ οἴκησιν, ὅπως μὴ γείτονες ώμες ἀλλάλαις, ποτ ̓ ἔριν, φθονερὸν κακόν, αἰὲν ἑτοῖμος.

2. ὄρη (S. Dor. § 57). Soph. Αi. 1165 σπεῦσον κοίλην κάπετόν τιν ἰδεῖν τῷδε. Cic. ad Att. 5, 1 antecesserat Statius ut prandium nobis videret. — avtй. S. Einl. p. 19.

[ocr errors]

3. ποτίκρανον. Od. 19, 97 Εὐρυνόμη, φέρε δὴ δίφρον καὶ κῶας ἐπ' αὐτοῦ. καθίζευ. S. Dor. § 132.

4. ὢ τὰς ἀλεμ. (= ἠλεμάτου) ψυχᾶς, ach das Bisschen Leben! Am. So sagt die Frau, indem sie Odem schöpfend sich auf den Sessel hinwirft. Plaut. Merc. 1, 2, 15 perii! animam nequeo vertere! nimis nihil tibicen siem. Ovid. Her. 3, 142 sustinet hoc animae spes tamen una tuae. Der Genitivus im Ausrufe kehrt wieder v. 75. Krüger I, II § 47, 3 Α. 1. [ἀλεμάτω ist Conj. von Steph. für αδεμάτω, wie cod. k etc. haben. Vulg. ἀδαμάτω.]

5. πολλῶ μὲν ὄχλω, quum sit turba hominum plurima in plateis. S. gr. Ausg. p. 37.

6. παντᾷ κρηπίδες, überall nichts als Staat! κρηπῖδες verstehe ich mit Mein. von Fussbekleidung der eleganten Welt. Fr. Jacobs u. A. nehmen es = Soldatenstiefeln d. h. hier Soldaten. χλαμυδηφόροι ἄνδρες sind vornehme Herren nicht Reiter, wie man gewöhnlich

5

10

erklärt in der χλαμύς, dem Obergewande der Macedonier, welches als Hoftracht in Alexandrien gebräuchlich war. Vgl. Plut. Anton. 54 Πτολεμαῖον κρηπῖσι καὶ χλαμύδι καὶ καυσίᾳ διαδηματοφόρῳ κεκοσμημένον. Vgl. Ev. Matth. 27, 28.

7. ὁ δ ̓ ὁδὸς ἄτρ. und der Weg nimmt kein Ende! (von meiner Wohnung zu deiner). — ὦ μέλ', Schätzchen. Mit leichtem Vorwurf. S. gr. Ausg. p. 37 [ὦ μέλ' ist Conjectur Meinekes für Vulg, ὢ ἔμ'].

8. ταῦθ ̓ ὁ πάρ., ja, das ist der Querkopf (πάραρος=παρήορος, Iliad. 23, 603, Cic. 5 Phil. 13, 37 homo amentissimus atque in omnibus consiliis praeceps ac devius, altlat. vacerra), daran ist der verrückte Kerl, mein Mann, Schuld. Soph. Οed. R. 1329 Απόλλων τάδ ̓ nv. Krüger II, II § 61, 7 A. 3. Vgl. gr. Ausg. p.38. ἔσχατα γᾶς, hyperbolisch

[ocr errors]

extremum urbis vicum. ἐνθών ἔλαβε. Vgl. ν. 20. wie Id. 5, 67.

9. εἰλεόν. Ren. vgl. Balzac, Entret. p. 33 un trou, une tanière, un tombeau, qu'on appelle improprement une chambre. ώμες. Dor. § 111.

10. φθονερὸν κακόν, Vgl. 14, 36 und 14, 31. [ἑτοιμος ist Emendation von Meineke für ὁμοῖος].

ΓΟΡΓΩ.

μὴ λέγε τὸν τεὸν ἄνδρα, φίλα, Δείνωνα τοιαῦτα τῶ μικκῶ παρεόντος· ὅρη, γύναι, ὡς ποθορῇ τυ. θάρσει, Ζωπυρίων, γλυκερὸν τέκος· οὐ λέγει ἀποῦν.

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

αἰσθάνεται τὸ βρέφος, ναὶ τὰν πότνιαν.

ΓΟΡΓΩ.

ΠΡΑΞΙΝΟΑ.

καλὸς ἀπφυς.

πάντα

ἀποὺς μὲν τῆνος τὰ πρόαν λέγομες δὲ πρόαν την νίτρον καὶ φύκος ἀπὸ σκανᾶς ἀγοράσδων κἦνθε φέρων ἅλας ἄμμιν, ἀνὴρ τρισκαιδεκάπηχυς.

ΓΟΡΓΩ.

χωμὸς ταῦτά γ ̓ ἔχει, φθόρος ἀργυρίω, Διοκλείδας ἑπταδράχμως κυνάδας, γραιᾶν ἀποτίλματα πηρᾶν,

[ocr errors][merged small][merged small]

12. τῷ μικκῶ παρεόντος, prae sente puero, dat Lütt hürt tau. Mit μικκός μικρός vgl. 8, 64. 15, 42. Hor. Epist. 2, 1, 70 carmina Livi, memini quae plagosum mihi parvo Orbilium dictare. Cic. de Fin. 3, 5 parvi. - ὅρη - ποθορῇ. Vgl. v. 2.

13. οὐ λέγει ἀποῦν. sie meint nicht den Pappe. Hebel.

14. ναὶ τὰν πότνιαν, ναὶ μὲ τὴν Κόρην. εὖ δὲ τὸ τὰς Συρακουσίας ταύτην ὀμνύναι· φασὶ γὰρ τὸν Δία τῇ Περσεφόνῃ τὴν Σικελίαν δωρήσασθαι. Schol. Vgl. Eur.

Bacch. 370.

15–16. πρόαν - πάντα, nam dicimus (λέγομες, Dor. § 125) omnia pridem; olim quondam illa, quae narramus, acciderunt. Vgl. 4, 60. Plaut. Stich. 4, 1, 33 fuit olim, quasi ego sum, senex: ei filiae duae erant cet.

16. ἀπὸ. Vgl. Theokr. 11, 27 ἐξ. Arist. Pac. 21 πόθεν ἂν πριαίμην ῥῖνα μὴ τετρημένην; σκανᾶς, σκηνῆς, an der Krämerbude, Dem.

15

cor. § 169. ἀγοράσων. Dor. § 117.

17. κἦνθε = καὶ ἦλθε. Vgl. 4, 60-61. ἀνὴρ τρισκ. Der alte lange Schlagtodt! le grand nigaud! (Renier) bêtise pyramidale! (Stievenart).

18. χωμός, meiner. Dazu ist φθόρ. ἀργυρίω, Διοκλείδας Apposition. Vgl. Tibull. 1, 5, 42 mea = puella mea. - ταῦτά γ ̓ ἔχει. Cic. 2 Phil. 32 habebat hoc Caesar, Cäsar hatte so die Art. φθόρος ἀργ. Hor. Epist. 1, 15, 31 pernicies et tempestas barathrumque macelli. Cic. 1. Verr. 1, 2 Verrem appellat labem atque perniciem provinciae Siciliae. Hor. Od. 1, 15, 21.

19-20. ἑπταδρ. ἐχθές. Der Aerger der Frau ist sehr gut dadurch bezeichnet dass sie schimpfend erst das Prädicat, das uneigentliche Wort, und dann das eigentliche Wort, πόκως, ausspricht: gestern kaufte er für sieben Drachmen fünf Wollfliesse (5, 98, die ich zum Weben brauchen wollte), die nichts als Hundelorbeeren (κυνάδες) waren, Zeug als wenn es aus alten Ranzen gerupft, nichts als Schmutz, so dass man nur Arbeit über Arbeit hat. Ueber κυνάδες (nicht: ,Hundshaare") s. gr. Ausg., mit

[ocr errors]
« ForrigeFortsæt »